Η ΣΟΥΛΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΦΕΤΟ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

        


                                        ΤΟ ΚΟΥΦΕΤΟ


    Η Σουλτάνα απο τα νεανικά της χρόνια είχε πολλά χαρίσματα, καφετζού, χαρτορίχτρα, ξεματιάστρα, προξενίτρα, γιάτρισσα. Τίποτα δεν ξέφευγε της προσοχής της και οι συνταγές της αλάνθαστες. Το χωριό της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και η φήμη της είχε φτάσει και στα άλλα χωριά. Πολλές κοπελιές και κυράδες ερχόνταν με το κουπάκι του καφέ παραμάσχαλα για να μάθουν την μοίρα τους, να την παρακαλέσουν για κανένα προξενιό για τις ίδιες ή για τα παιδιά τους. Η Σουλτάνα δεν χαλούσε ποτέ χατήρι σε κανέναν. Της άρεσε να βοηθάει όποιον είχε την ανάγκη της.

   Είχε μεγαλώσει με την γιαγιά της την πολίτισσα που είχε και το όνομά της. Οι γονείς της  την άφησαν στα χέρια της γιαγιάς πολύ μικρή κι έφυγαν μετανάστες στη Γερμανία. Κάθε καλοκαίρι τους έβλεπε μοναχά η μικρή Σουλτάνα. Τους λαχταρούσε, της έλειπαν, μα η μεγάλη της αδυναμία ήταν η γιαγιά της. Όταν ξεπετάχτηκε και οι γονείς της αποφάσισαν να την πάρουν κοντά τους, εκείνη αρρώστησε, μαράζωσε και έτσι αναγκάστηκαν να την στήλουν πάλι πίσω κοντά στην αγαπημένη της γιαγιά.
   Δύσκολα χρόνια , η γιαγιά, χήρα απο πολύ νέα , είχε μάθει να επιβιώνει κάνοντας διάφορες δουλειές. Γύριζε με ένα  παλιό ποδήλατο κι έκανε ένέσεις στους συγχωριανούς της  όποτε χρειαζόταν, έλεγε το φλυτζάνι στις λεύτερες, στις παντρεμένες, στις ερωτευμένες,  ξεμάτιαζε με τα μοσχοκάρφια                                                                                       «φτού, φτου, φτου, αχ! Καλέ να σκάσει πήγαινε απο το μάτι...» έλεγε και χασμουριώτανε ανοίγοντας το στόμα της διάπλατα και σταυρώνοντας τον «καρφωμένο» απο το μάτι.           Επίσης, έφτιαχνε ματζούνια για όλες τις παθήσεις, ακόμα και τη μαμμή έκανε αμα ήταν ανάγκη και δεν βρισκόταν ο γιατρός.   

   Η Σουλτάνα είχε μάθει όλα αυτά τα “θεία χαρίσματα “ της γιαγιάς της και όταν μεγάλωσε την αντικατέστησε όταν εκείνη ανύμπορη απεσύρθει. Είχε βλέπεις το  “κληρονομικό χάρισμα’’ Μια χαρά τα πήγαινε η Σουλτάνα. Γνώρισε και τον Αλεκάκη,  υδραυλικός ήταν, την ερωτεύτηκε της άρεσε κι εκείνης, νοστιμούλης ήταν, και βέβαια  τον τάισε και μερικά ματζούνια για να μην του φύγει ο έρωτας.
    « Αλεκάκη αυτό το ‘φτιαξα για σένα με τα χεράκια μου, δεν μπορείς να μου το αρνηθείς. Φάτο.Τώρα, εδώ μπροστά μου αν μ’ αγαπάς» Κι ο Αλεκάκης που ο άμοιρος την αγαπούσε τα κατέβαζε όλα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Μέχρι το γάμο κόντευε να τον σκάσει τον χριστιανό.Άσε τις στομαχικές και εντερικές διαταραχές που είχε πάθει απο τα ματζούνια της.  Τον παντρεύτηκε και έφυγαν απο το χωριό. Πήγαν στην μεγαλούπολη για καλύτερα.
  
Εκει η Σουλτάνα που ήταν και δραστήρια και καπάτσα, έφτιαξε την δική της πελατεία.. Έλεγε το φλυτζάνι, τα χαρτιά, και πληρωνόταν καλά. Το επάγγελμα ήταν προσοδοφόρο. Είχε και την τύχη με το μέρος της , ήξερε να τους ψαρεύει και ότι τους έλεγε έβγαινε. Πρώτη φίρμα η Σουλτάνα. Ο Αλεκάκης στην αρχή αντέδρασε δεν του άρεσε να τον λένε «ο άντρας της καφετζούς». Όμως η Σουλτάνα τον έβαλε στην γωνιά του.
   « Την δουλειά σου εσύ. Αν περιμενουμε απο τις ψωροδεκάρες σου να ζήσουμε, μαύρο φίδι που θα μας φάει.» του είπε.
  Έκανε το κουμάντο της και σιγά σιγά αγόρασε ένα σπιτάκι και το κυριότερο μπόρεσε να σπουδάσει και τις δυό της κόρες. Τις γιατρικές της συμβουλές όμως τις έδεινε δωρεάν. Ήθελε, όπως έλεγε να κάνει το καλό για να συγχωρεθούν “τα αποθαμένα” της γιαγιάς της.
   Δύο ήταν τα δυνατά γιατρικά της κυρίας Σουλτάνας. Το ιώδιο και το κουφέτο. Ναι! Ναι! Το κουφέτο του γάμου παρακαλώ!
    Το ιώδιο ήταν για κάθε είδους πάθηση. Το συνιστούσε παντού και πάντοτε.
    Άν είχες πόνο στην πλάτη; Κάθετες και οριζόντιες γραμμές  με ιώδιο. Κάτι σαν σκάκι να πούμε  και μέχρι το πρωί γινόσουν περδίκι.
     Τσίμπημα κουνουπιού; Αμέσως ιώδιο.
     Κάποιο ανεπιθύμητο σπυράκι.Το ιώδιο θα το εξαφάνιζε. Γρατσουνιά, κόψιμο, ψύξη; Ακόμα και για τον πονοκέφαλο, ιώδιο ήταν η πρότασή της. Και επέμενε τόσο πολύ «βάλε ιώδιο, βάλε ιώδιο» που για να την ξεφορτωθείς γινόσουν κίτρινος σαν κινέζος. Και καλά το ιώδιο, είναι και φαρμακευτικό προϊόν. Το κουφέτο;
  
Το κουφέτο ήταν κατά της δυσκοιλιότητας. Ένα κουφετάκι υπόθετο και σε λίγα λεπτά επίσκεψη εκεί που και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του.
-         Ξέρεις πόσο κόσμο έχω σώσει εγώ; Έλεγε με περηφάνια η κυρία Σουλτάνα. Στο νοσοκομείο όταν ήμουνα έξι ασθενείς μου φιλούσαν το χέρι που τους έσωσα . Και για του λόγου το αληθές, όποιος το δοκίμαζε της έλεγε:
-Να ‘σαι καλά κυρα Σουλτάνα μου μ’ έσωσες. Θαυματουργό το κουφέτο!
  Κάποτε η κόρη της όταν ήταν έγκυος και την βασάνιζε μια μικρή δυσκοιλιότητα , ο  γιατρός της πρότεινε να πάρει ένα ελαφρό υπακτικό, εκείνη που είχε συνιθισει στα γιατρικά της μάνας της, του είπε αφελέστατα:
-         Μπορώ γιατρέ μου να χρησιμοποιώ κουφέτο;
-         Τι το κάνεις το κουφέτο; Ρώτησε απορημένος ο γιατρός. Το τρως;
-         Όχι, το χρησιμοποιώ σαν υπόθετο.
-         Μαζί με το αμύγδαλο;
-         Ε! Ναι μαζί.
    Τα  γούρλωσε ο χριστιανός.
-         Ήμαρτον Κύριε! Είδες τι μαθαίνει κανείς μεγαλώνοντας. Είπε , κάνοντας το σταυρό του, χωρίς να χαθεί από τα μάτια του η έκπληξη που σίγουρα  θα την έχει ακόμη.
   Μαμά και κόρη , είχαν βρει το γιατρικό τους. Το κουφέτο!!!
   Μια  εποχή, αρρώστησε η κυρία Σουλτάνα . Κάτι η κατάκλιση, κάτι το λίγο φαγητό, η λειτουργίες, του εντέρου της ανεστάλησαν.
-         Κουφέτο, λέει στην κόρη της αυτό θα με ανακουφίσει.
Πρόθυμη εκείνη προσεφέρθει για την τοποθέτηση. Έβαλε το γάντι μιας χρήσης, λίγη βαζελίνη για να μην την πονέσει, ελαφρά κλίση της κυρίας Σουλτάνας στο πλάι και…
-         Όχι! Όχι! Όχι! Άρχισε να κραυγάζει η μάνα.
-         Νάτο! Νάτο! Μπήκε. Φώναξε η κόρη σπρώχνοντας το κουφέτο.
-         Λάθος, παιδάκι μου! Είπε χαλαρώνοντας, κλαψιάρικα η κυρία Σουλτάνα.
Η κόρη της είχε κάνει ένα μικρό λαθάκι, λόγω μη καλής ορατότητας είχε κινηθεί σε λάθος περιοχή.
   Περιττό να σας πω, ότι από τα γέλια, μιας και ήμουν παρούσα, βρέξαμε μέχρι και τα παπούτσια μας.
   Όταν συνήλθαμε και το λάθος αποκαταστάθηκε, σας πληροφορώ ότι το κουφέτο έκανε το θαύμα του. Και η κυρία Σουλτάνα ηρέμησε, βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
   Τέλος καλό, όλα  καλά…!!!
  
   Η Σουλτάνα πέθανε σε βαθιά γεράματα όμως στην μικρή της πόλη δεν θα την ξεχάσει κανείς . Ήταν η γλυκειά, καλόκαρδη, γραφική φιγούρα, που κέρδιζε την αγάπη και την εμπιστοσύνη σου με την πρώτη ματιά.



ΤΕΛΟΣ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πειραιάς δεκαετία 50-60 (αναμνήσεις)

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ